HELLAS LIBERTY: Οι αναμνήσεις μιας ζωής έδεσαν κάβους στο λιμάνι του Πειραιά

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ Ο Γιάννης Κάλφας

19 Ιανουαρίου, 2009 | από Στάθης Καγιαλές

2

Συνέντευξη με τον
βετεράνο των λίμπερτι,
συνταξιούχο Α’ μηχανικό,
Γιάννη Κάλφα

YannisKalfas

Στην άκρη της προβλήτας, κάθεται και με τα μάτια καρφωμένα στο στοιχειωμένο κουφάρι, αναπολεί. Μοιάζει να μην τον νοιάζει ο χρόνος, καθώς τα λεπτά κυλούν και χάνονται και αυτός παραμένει ακίνητος , θωρακισμένος στα χοντρά ζεστά ρούχα, που σταματούν τη παγωνιά…

Η ίδια παγωνιά στο κατάστρωμα του τελευταίου λίμπερτι, η απόλυτη σιωπή. Στο μυαλό του παλιού θαλασσόλυκου… σπάει ο πάγος και αναδύονται θύμισες που ζωντανεύουν την εικόνα της εποχής.

Λιμάνι Πειραιά. 1958: Θόρυβος, φασαρία… ζωντάνια! Έρχονταν τα λίμπερτι στου Ξαβέρη για επισκευές. «Κελαηδούσαν» τα σφυριά και τα ματσακόνια έπιαναν φωτιά στα χέρια των μαστόρων.

Ο Γιάννης Κάλφας, νεαρός τότε, βρέθηκε να δουλεύει σε συνεργείο τεχνίτης για τα βίντσια και τη μηχανή του λίμπερτι «Αλάσκα».

-«Είχα τελειώσει τη σχολή του Αρχιμήδη και δούλευα μεροκάματο στις επισκευές, με το μυαλό, όμως, στη θάλασσα. Είχα βγάλει και φυλλάδιο…

Τότε, μια μέρα με πλησίασε ο Α’ μηχανικός, ο Αγησίλαος Σκαράκης, από τη Σύμη και μου είπε: -“Μπορείς, θέλεις να μπαρ-κάρεις μαζί μας; “. Άκου, λέει, είπα και μέχρι να το καταλάβω, βρέθηκα στη μηχανή δόκιμος, με ένα γαλλικό κλειδί στο χέρι!»…

Το πρώτο ταξίδι του Γιάννη Κάλφα ήταν με το λίμπερτι «Αλάσκα», του Χιώτη πλοιοκτήτη Φατσή, που είχε άλλα δύο λίμπερτι: Τα «Αφρικάνα» και «Αμερικάνα».

-«Φύγαμε ξέφορτοι για Αμερική, να φέρουμε τη βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ», λέει ο Γιάννης Κάλφας.

-»Φορτώσαμε ρύζι, φασόλια, φακές, αλεύρι… αμέτρητα τσουβάλια, εκείνα που είχαν δύο χέρια για να κουβαλιούνται».

-»Μετά πήραμε αντίθετη ρότα, για Αίγυπτο, Σρι Λάνκα. Φορτώσαμε καουτσούκ, καφέ, κακάο και κινήσαμε για Αμερική. Αξέχαστες στιγμές…».

Ο λογισμός και το βλέμμα γυρίζουν στο σήμερα, στο ντόκο μπροστά από το υπουργείο Ναυτιλίας, όπου είναι αραγμένο το «Hellas Liberty».

-«Αυτό το σκαρί είναι γερό, αλλά του λείπουν πολλά εξαρτήματα. Μόνο μια μαγκιόρα μπίγια έχει μείνει στο μεσαίο κατάρτι».

Και εξηγεί, ότι λέγεται «μαγκιόρα» , γιατί αυτή είχε τη μεγαλύτερη δύναμη να σηκώνει στο κατάστρωμα αυτοκίνητα, ακόμα και τάνκ και τρένα (βαγόνια), αλλά και άλλα εμπορεύματα, που στοιβάζονταν στα πέντε αμπάρια, από τα οποία τα τρία είναι μπροστά και τα δύο πίσω από τα διαμερίσματα.

– «Είχαμε και τέτοια φορτία», λέει.
– »Μια δόση, είχαμε πάρει από Οντέσα και Νοβοροσίσκ άρματα και πολεμικό υλικό για το Βιετνάμ. Από εκεί πήραμε κάρβουνο για Παναμά. Ήταν η τελευταία φορά που πιάσαμε Αμερική. Μας σταμάτησαν οι αρχές, πέρασαν το βαπόρι από… ακτινογραφίες, το στιγμάτισαν και μας απαγόρεψαν να ξανασιμώσουμε σε αμερικάνικο λιμάνι».

Ξανακοιτάζει το παλιό σκαρί και λέει:

-«Κατέβαινα τη σκάλα. Στη δεύτερη σκάλα, δεξιά, ήταν ένα πατάρι με τις τρεις ηλεκτρομηχανές. Πιο κάτω στο πανιόλο (δάπεδο) και μπροστά, ήταν το λεβητοστάσιο, με δύο ατμολέβητες. Στη μέση η κύρια μηχανή, παλινδρομική ατμομηχανή. Κάτω από τη τσιμινιέρα ήταν το τούνελ, που είχε τον άξονα και χώρο για να ελέγχεις τα κουζινέτα, όταν δούλευε η μηχανή, να δεις αν ζεσταίνονταν».

-»Τέρμα στο μπουλμέ, είχε σκάλα που σε ανέβαζε στο τιμονάκι. Εκεί ήταν οι αλυσίδες που μετέδιδαν την εντολή του ναύτη».

-»Όλα αυτά τα πλοία κατασκευάζονταν στην Αμερική σε μία μέρα! Σε κομμάτια, που έρχονταν από διάφορα καρνάγια και συναρμολογούνταν. Τα είχαν ντανιασμένα για άμεση χρήση, να μεταφέρουν προμήθειες και υλικό στα μέτωπα, αν χρειαζόταν».

Τα αμερικάνικα λίμπερτι, ήταν τα πρώτα κολλητά στο χτίσιμο και τα πρώτα που είχαν ψυγείο. Τα εγγλέζικα λίμπερτι ήταν δεμένα με πύρους – καρφιά και δεν είχαν ψυγείο. Φόρτωναν κλούβες στο κατάστρωμα με κότες, κατσίκια και άλλα ζωντανά, που στο ταξίδι τά “σφαζαν για να έχει τροφή το πλήρωμα…».

ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ… ΠΡΟΣΕΥΧΗ

-»Θυμάμαι, συχνά κάναμε και τρεις και τέσσερις μέρες να φάμε. Όταν έβαζε φουρτούνα, δεν στεκόταν τίποτα όρθιο. Ακόμα και για να κάνεις τη βάρδια σου, έπρεπε να βαστιέσαι γερά. Παίρναμε το φαγητό με το τσίγκινο πιάτο… Και όταν είχε μπουνάτσα, το βαπόρι λικνιζόταν ρυθμικά στη φουσκοθαλασσιά που βγάζει ο ωκεανός».

-»Άλλοι καιροί. Τότε οι ναυτικοί, έβγαζαν τη ρότα με τον εξάντα, κάθε μεσημέρι πριν τις 12 και το βράδυ με τ’ αστέρια και διόρθωναν την πορεία. Όταν είχε συννεφιά ή ομίχλη, δεν μπορούσαν να βρουν το στίγμα. Πήγαινε το βαπόρι για μέρες στο νερό με 10-10,5 μίλια το πολύ και όταν ξαστέρωνε, έβλεπες πως τα ρεύματα σε είχαν ρίξει έξω ακόμα και μισή μέρα από την πορεία σου. Στις βαρδιόλες, δεξιά και αριστερά από τη γέφυρα, ήταν ναύτης με κιάλια για να βλέπει μη τρακάρουμε με άλλα καράβια, μη πέσουμε σε καμιά ξέρα ή και σε κανένα κορμό που έπλεε στον ωκεανό. Κάθε 10-15 λεπτά βάραγε και η μπουρού να μας ακούνε τα άλλα βαπόρια. Καμία σχέση με το σήμερα η ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα, τότε…».

Αλλά και η ζωή στα πλοία της εποχής, ήταν πολύ διαφορετική. Αν δεν ήσουνα 60 χρονών, δε σου δίνανε οι καραβοκύρηδες το κουμάντο. Ο Γιάννης Κάλφας, θυμάται:

-«Η χαρά μας ήταν να πιάσουμε λιμάνι και να φέρουν στον καπετάνιο την αλληλογραφία. Στιγμές με μεγάλη συγκίνηση και αγωνία για τα 35 μέλη του πληρώματος. Να μάθεις τι κάνει η κυρά, τα παιδιά αν αρρώστησαν το χειμώνα και αν είναι τώρα καλά… Υπήρχε βέβαια και ο τηλέγραφος, αλλά κανείς δεν ήθελε νέα από αυτή τη μηχανή με το εξαιρετικά επείγον, που –συνήθως- δεν ήταν καλός οιωνός».

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ, Ο ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ

Εγώ έπαιρνα τα γράμματα για να τα κατεβάσω στη μηχανή. Θυμάμαι, είχαμε θερμαστή ένα γεροντοπαλίκαρο, τον μπαρμπα – Κώστα, που όταν του φώναζα πως είχε γράμμα, μου απαντούσε… “Σκίστο”! Δεν περίμενε από αλλού, παρά μόνο από τα ανήψια, που όλο του ζητούσαν παράδες! Και αυτός βοηθούσε. Όλα τα λεφτά του στα ανήψια πήγαιναν, αλλά δεν άντεχε το πολύ “κύριε ελέησον”…»!

Ο Γιάννης Κάλφας, γέννημα – θρέμμα Πειραιώτης και Χατζηκυριακιώτης, είναι συνταξιούχος από το 1990, έχοντας ξοδέψει στη θάλασσα 20 ολόκληρα χρόνια. Η κυρά του είναι από τη Σίφνο και έχει δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι και δύο εγγόνια. Για τη θάλασσα τους κάμει μόνο ιστορίες, όχι προτροπές.

-«Τη δικιά μας την καΐλα, στα παιδιά μας, όχι…» λέει, παρόλο που παραδέχεται ότι σήμερα ο ναυτικός έχει περισσότερη ασφάλεια και ανέσεις πάνω στο πλοίο.

Και παρόλα αυτά, όταν τον ρώτησα σαν του δίναμε τα κλειδιά του λίμπερτι, τί θά “κανε, μου αποκρίθηκε:

-«Να μου πουν, να πάω να το ξεκινήσω το βαπόρι; Θα το κάνω!».

Σταθήκαμε για λίγο να κοιτάζουμε το «Hellas Liberty». Ο ήλιος χαμήλωνε και σκοτείνιαζε το άψυχο σκαρί, που θα γίνει μουσείο για να θυμίζει το μεγαλούργημα των Ελλήνων στη θάλασσα.

Σήκωσε το χέρι και έδειξε απέναντι, κάπου στο λιοντάρι, όπου τον περιμένουν στο σπιτικό του, μετά από ένα ταξίδι -αυτή τη φορά στο χρόνο- που μοιράστηκε μαζί του το MARITIMEnet.EU, αυτό το σούρουπο του Σαββάτου.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ SHIPPINGnet.EU:
http://www.shippingnet.eu/2009/JAN/190109_HELLASliberty.htm


Διαβάστε όλα τα άρθρα του Δημοσιογράφου →



2 σχόλια to HELLAS LIBERTY: Οι αναμνήσεις μιας ζωής έδεσαν κάβους στο λιμάνι του Πειραιά

  1. aberkios says:

    file stathi arista exeis polla themata endiaferonta poy exoyn sxesh me ayto poy me endiaferei
    tha prospathiso na bro arxeia moy me naytikes fotografies kai tha ta proothiso sthn hlektronikh soy dieythinsh.

    xereto averkios

  2. Pingback: HELLAS LIBERTY, Οι αναμνήσεις μιας ζωής έδεσαν κάβους στο λιμάνι του Πειραιά – Shippingnet.eu

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιστροφή στην αρχή ↑